Το σύνδρομο Borjeson-Forssman-Lehman (BFL)

Το σύνδρομο Borjeson-Forssman-Lehman (BFL)

Χαρίδα Μαρία, οικονομολόγος-εκπαιδευτικός ειδικής αγωγής
Πρωτονοταρίου Μαρία, φυσιοθεραπεύτρια, ΜΔΕ ειδική αγωγή

Το σύνδρομο Borjeson-Forssman-Lehman (BFL) περιγράφηκε αρχικά το
1962. Η κλινική διάγνωση επιβεβαιώθηκε το 2002 με τον εντοπισμό μιας
μετάλλαξης στο γονίδιο PHF6 από τον Lower. Μέχρι το 2006 είχαν
καταγραφεί 19 διαφορετικές περιπτώσεις του συνδρόμου BFL στις οποίες είχε
επιβεβαιωθεί η μετάλλαξη του PHF6. Μεταξύ αυτών ήταν 13 ασθενείς με
θετικό οικογενειακό ιστορικό, συμπεριλαμβανομένης της αρχικής οικογένειας
που περιγράφεται από τους Borjeson, και Forssman Lehmann το 1962 και έξι
σποραδικά περιστατικά.

 

Χαρακτηριστικά

Η εγκυμοσύνη, ο τοκετός και το βάρος γέννησης είναι συνήθως
φυσιολογικά. Μικρά γεννητικά όργανα και μεγάλα αυτιά μπορεί να είναι
εμφανή κατά τη γέννηση και πολλά βρέφη έχουν γενικευμένη υποτονία. Ως
παιδιά παρουσιάζουν υπερκινητικότητα στις αρθρώσεις και καθυστέρηση
στην κινητική ανάπτυξη. Αναπτυξιακή καθυστέρηση είναι συνήθως εμφανής
κατά το πρώτο έτος της ζωής τους. Ο τελικός βαθμός της νοητικής
καθυστέρησης είναι ήπιος έως μέτριος. Η περίμετρος της κεφαλής είναι
συνήθως φυσιολογική, αλλά μπορεί να παρουσιάζεται μακροκεφαλία και
μικροκεφαλία. Τα αυτιά είναι μεγάλα με σαρκώδη λοβό. Μέτρια κοντό
ανάστημα είναι ο κανόνας, αλλά σε μερικές περιπτώσεις τα άτομα αυτά
φθάνουν και σε κανονικό ύψος. Στα τέλη της παιδικής ηλικίας μπορεί να
εμφανιστεί παχυσαρκία εντοπισμένη στον κορμό και γυναικομαστία στην
εφηβεία, ενώ τα γεννητικά όργανα παραμένουν μικρά. Τα δάχτυλα είναι
κωνικά και εύπλαστα. Τα πόδια είναι πλατειά με μικρά και κεκαμμένα δάχτυλα
ποδιών. Στην ενήλικη ζωή σε ορισμένες περιπτώσεις παρουσιάζεται
τράχυνση στα χαρακτηριστικά του προσώπου με προβολή της υπερκόγχιας
περιοχής με τα μάτια να είναι βαθύτερα τοποθετημένα στις κόγχες.

Πιο σπάνια ευρήματα θεωρούνται η ήπια γενικευμένη πολυνευροπάθεια,
η επιληψία, η νόσος του Perthes, προβλήματα ακοής, λαγόχειλο, λαγόστομα
και υποϋποφυσιακή ανεπάρκεια. Οι γυναίκες μπορεί να είναι ετεροζυγώτες.
Παρουσιάζουν μαθησιακά προβλήματα και έχουν σωματικά χαρακτηριστικά
του συνδρόμου όπως κοντύτερα δάχτυλα των ποδιών, σαρκώδης λοβούς στα
αυτιά, προβολή υπερκόγχιας περιοχής και μάτια βαθύτερα τοποθετημένα στις
κόγχες. Ο τύπος της κληρονομικότητας είναι Χ-φυλοσύνδετη.

 

Διαφορική διάγνωση

Τα πιο χρήσιμα σημεία για την κλινική διάγνωση είναι ο μακρύς
σαρκώδης λοβός του αυτιού, τα κοντύτερα δάχτυλα στα πόδια, η
γυναικομαστία η μέτρια παχυσαρκία στην εφηβεία και τα υποανεπτυγμένα
εξωτερικά γεννητικά όργανα. Αυτός ο συνδυασμός των κλινικών ευρημάτων
εμφανίζεται στο 90% ή και περισσότερο στα αγόρια, με μεταλλάξεις στο
γονίδιο PHF6. Άλλα χρήσιμα διαγνωστικά χαρακτηριστικά είναι η μέτρια
υποτονία και οι δυσκολίες στη σίτιση κατά τη βρεφική ηλικία και σε
ορισμένους η προβολή της υπερκόγχιας περιοχής και τα μάτια τα οποία είναι
βαθύτερα τοποθετημένα στις κόγχες. Όταν αρχικά περιγράφηκε το σύνδρομο
δόθηκε έμφαση στη μικροκεφαλία και το βραχύ ανάστημα αλλά παρόλο που
παρουσιάζονται δεν είναι συνήθη χαρακτηριστικά.
Η κυριότερη διαφοροδιάγνωση γίνεται με το σύνδρομο Coffin-Lowry
(CLS). Ωστόσο, στο CLS, το χαρακτηριστικό προσωπείο εμφανίζεται νωρίς
στη ζωή με υπερτελορισμό, κοντή μύτη και παχιά ανεστραμμένα χείλη, τα
αυτιά δεν είναι πλατυσμένα, το ύψος είναι μικρότερο από την τριακοστή
εκατοστιαία θέση και συχνά παρουσιάζεται κυφωσκολίωση και το στήθος
εμφανίζει αυξημένη κοιλότητα ή σχήμα τροπιδοειδές. Παρουσιάζεται
σοβαρότερη νοητική καθυστέρηση. Διαφοροποιείται επίσης από με το
σύνδρομο Wilson- Turner και το σύνδρομο Klinefelter στα οποίο δεν
παρουσιάζονται τα κωνικά μικρά δάχτυλα των ποδιών και εμφανίζονται
συγκεκριμένες ανωμαλίες στον καρυότυπο. Το σύνδρομο Prader-Willi έχει
κάποιες ομοιότητες όπως τη νεογνική υποτονία η οποία όμως είναι
μεγαλύτερου βαθμού και τα προβλήματα σίτισης, ενώ σε μεγαλύτερη ηλικία η
υπερφαγία είναι χαρακτηριστική, η παχυσαρκία είναι πιο ακραία και δεν
υπάρχει η χαρακτηριστική του BFL συνδρόμου εμφάνιση των δαχτύλων των
χεριών και των ποδιών.

 

Αντιμετώπιση

Δεν υπάρχει ειδική θεραπεία. Συμπτωματική θεραπεία μπορεί να δοθεί
για επιληπτικές κρίσεις, τη νόσο του Perthes και τη μείωση της ακοής. Σε
μεμονωμένους ασθενείς, μπορεί να γίνει μαστεκτομή και / ή θεραπεία
υποκατάστασης με τεστοστερόνη. Τα συμπληρώματα τεστοστερόνης μπορεί
να ενισχύσουν την πνευματική απόδοση και να προκαλέσουν απώλεια
βάρους, όταν τα επίπεδα τεστοστερόνης είναι χαμηλά. Η οικογένεια είναι καλό
να λαμβάνει γενετική συμβουλευτική καθώς είναι πλέον δυνατή η αναγνώριση
της γυναικείας ετεροζυγωτίας και η προγεννητική διάγνωση.
Η ειδική εκπαίδευση που περιλαμβάνει φυσικοθεραπεία, εργοθεραπεία
και λογοθεραπεία είναι απαραίτητη από νωρίς στη ζωή των παιδιών. Στόχος
των προσεγγίσεων αυτών είναι η μεγιστοποίηση της λειτουργικότητας, η
πρόληψη των παραμορφώσεων και του πόνου καθώς και η εκπαίδευση των
γονέων για σωστή καθημερινή φροντίδα. Σημαντική είναι η πρόληψη και
αντιμετώπιση των συνοδών προβλημάτων αναπνοής, σίτισης, πόσης. Στις
περισσότερες περιπτώσεις είναι απαραίτητη η υποστήριξη από ειδικό
δάσκαλο όσον αφορά τις μαθησιακές δυσκολίες που εμφανίζονται κατά τη
σχολική ηλικία.

 

Σχετικά άρθρα

  • http://www.orpha.net/consor/cgi-bin/OC Exp.php?lng=en&Expert=127
  • Gecz J, Turner G, Nelson J, Partington Μ: The
    Borjeson−Forssman−Lehman syndrome. European Journal of Human
    Genetics 2006; 14: 1233−1237

 

HGM 2014 – Abstract Submission
General Genetics and Genomics
HGM14-ABS-1268
Diagnostic exome sequencing to elucidate the genetic basis of likely
recessive disorders in consanguineous families.
P. Makrythanasis, M. Nelis F.A. Santoni M. Guipponi A. Vannier F. Béna S.
Gimelli E. Stathaki S. Temtamy A. Mégarbané A. Masri M. Aglan M. Zaki A.
Bottani S. Fokstuen L. Gwanmesia K. Aliferis M. Bustamante G. Stamoulis S.
Psoni S. Kitsiou-Tzeli H. Frissyra E. Kanavais N. Al-Allawi A. Sefiani S. AlHait
S. Elalaoui N. Jalkh L. Al-Gazali F. Al-Jasmi H. Chaabouni Bouhamed E.
Abdalla D. N. Cooper H. Hamamy S. E. Antonarakis

Combination of Genomic Technologies and Consanguinity in order to
identify pathogenic variants in recessive disorders
P. Makrythanasis, M. Nelis, FA Santoni, M. Guipponi, F. Béna, F. Banier, G
Duriaux-Sail, S. Gimelli, E. Stathaki, E. Falconnet, S. Temtamy, A.
Megarbane, M. Aglan, M. Zaki, S. Fokstuen, A. Bottani, A. Masri, S. Psoni, S.
Kitsiou, H. Frissyra, E. Kanavakis, N. All-Allawi, A. Sefiani, S. Al-Hait, S.
Flalaoui, N. Jalkh, L Al-Gazali, F Al-Jasmi, H. Chaabouni Bouhamed, H.
Hamamy, SE Antonarakis.
doi: 10.1136/archdischild-2012-302724.0412

Aλληλοσυντονισμός της προσοχής και γλωσσική ανάπτυξη σε νήπια με
σύνδρομο DOWN
Χριστίνα Φ. Παπαηλίου1
, Νικήτας Ε., Πολεμικός2
, Ελένη Φρυσίρα3
,Αναστάσιος Κοντάκος4
, Μαρία Κάιλα5
, Κωνσταντίνος Μιχαηλίδης6
, Βασίλης
Στρογγυλός7 & Άννα Πολεμικού8
Ψυχολογία, 2011, 18(4) 468-483, Psychology, 2011, 18(4), 468-483

 

Clinical spectrum of females with HCCS mutation: cell selection
mechanisms determine the phenotype of microphthalmia with linear
skin defects (MLS) syndrome
Vanessa Alexandra van Rahden, Isabella Rau, Sigrid Fuchs, Friederike K.
Kosyna, Hiram Larangeira de Almeida Jr, Helen Fryssira, Bertrand Isidor,
Anna Jauch, Madelein Joubert, A. M. A. Lachmeijer, Christiane Zweier, Ute
Moog and Kerstin Kutsche.
25th Annual Meeting of the German Society of Humangenetics in 2014
(Essen, Germany).

Consanguinity as a means to identify pathogenic recessive mutation.
P. Makrythanasis, M. Nelis, F.A. Santoni, M. Guipponi, F. Béna, A. Vannier,
G. Duriaux-Sail, S. Gimelli, E. Stahaki, E. Falconnet, S. Temtamy, A.
Megarbane, M. Aglan, M.S. Zaki, S. Fokstuen, A. Bottani, A. Masri, S. Psoni,
S. Kitsiou, H. Fryssira, N. All-Allawi, A. Sefiani, S. Al-Hait, S. Elalaoui, N.
Jalkh, L. Al-Gazali, F. Al-Jasmi, H. Chaabouni Bouhamed, H. Hamamy, S.E.
Antonarakis.
62nd Annual Meeting of the American Society of Human Genetics

“Maternal Speech to young children with Williams syndrome: The
association with play and Language Development».
Papaeliou, Chirstina F. Phd; Polemikos, Nikitas; Fryssira, Helen; Michaelides,
Konstantinos; Polemikou, Anna; Kokkonitsa, Sakellaki; Malli, Maria

PRKAR1A and PDE4D mutations cause similar skeletal dysplasia but
with or without resistance to hormones signaling through cAMP.
51st Annual Meeting of the European Society for Paediatric Endocrinology
(ESPE), September 20-23, 2012, Leipzig, Germany.

Αναζήτηση μοριακών διαταραχών στα γονίδια ΝΟΒΟΧ, FOXL2, FOXE1,
BMP15 και GDF9 σε εφήβους και νεαρές ενήλικες με πρώιμη ωοθηκική
ανεπάρκεια: αυξημένη συχνότητα γενετικών διαταραχών, συνύπαρξη
πολλαπλών μεταλλάξεων στο ίδιο γονίδιο και διγονική
κληρονομικότητα.